Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακόμη

/aˈko.mi/επίρρημα
•
  1. εκφράζει τη συνέχεια κάποιου πράγματος, κάτι που συνεχίζει κάποιος να κάνει, που δεν το έχει σταματήσει ή δεν το έχει ολοκληρώσει Βικιλεξικό
    • ακόμη γράφει την εργασία του, θα σου τηλεφωνήσει μόλις τελειώσει
  2. με άρνησηδηλώνει ότι κάτι δεν έγινε ενώ αναμενόταν να είχε γίνει Βικιλεξικό
    • ακόμη δεν της έδωσες πίσω το βιβλίο;
  3. +δηλώνει κάτι που δεν έχει γίνει μέχρι τώρα Βικιλεξικό
    • Ένα πρωί το Στράτο τον πιάνει η μηχανή, τον βάζει από κάτω κι ακόμη να φανεί (Φώντας Λάδης, Ο Στράτος)
  4. με επίθετο συγκριτικού βαθμούδίνει έμφαση στο βαθμό της ιδιότητας που δηλώνει το επίθετο Βικιλεξικό
    • όχι μόνο τον μάλωσε αλλά ακόμη χειρότερο του έβρισε την μάνα
  5. +σε μικρό χρονικό διάστημα από τώρα Βικιλεξικό
    • Λίγο ἀκόμα / θὰ ἰδοῦμε τὶς ἀμυγδαλιὲς ν᾿ ἀνθίζουν / τὰ μάρμαρα νὰ λάμπουν στὸν ἥλιο / τὴ θάλασσα νὰ κυματίζει (Γιώργος Σεφέρης, Μυθιστόρημα)
  6. +για μικρή αύξηση ποσότητας ενός πράγματος Βικιλεξικό
    • επέμενε να μείνει στο κρεβάτι, προσπαθώντας να κερδίσει λίγο ύπνο ακόμα

Ετυμολογία

ακόμη < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀκομήν < ἀκομή με μετακίνηση τόνου < αρχαία ελληνική ἀκμήν, αιτιατική του ἀκμή με ανάπτυξη [o]

Άλλοι τύποι

ακόμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →