ακόμη
•
- εκφράζει τη συνέχεια κάποιου πράγματος, κάτι που συνεχίζει κάποιος να κάνει, που δεν το έχει σταματήσει ή δεν το έχει ολοκληρώσει Βικιλεξικό
- ακόμη γράφει την εργασία του, θα σου τηλεφωνήσει μόλις τελειώσει
- με άρνησηδηλώνει ότι κάτι δεν έγινε ενώ αναμενόταν να είχε γίνει Βικιλεξικό
- ακόμη δεν της έδωσες πίσω το βιβλίο;
- +δηλώνει κάτι που δεν έχει γίνει μέχρι τώρα Βικιλεξικό
- Ένα πρωί το Στράτο τον πιάνει η μηχανή, τον βάζει από κάτω κι ακόμη να φανεί (Φώντας Λάδης, Ο Στράτος)
- με επίθετο συγκριτικού βαθμούδίνει έμφαση στο βαθμό της ιδιότητας που δηλώνει το επίθετο Βικιλεξικό
- όχι μόνο τον μάλωσε αλλά ακόμη χειρότερο του έβρισε την μάνα
- +σε μικρό χρονικό διάστημα από τώρα Βικιλεξικό
- Λίγο ἀκόμα / θὰ ἰδοῦμε τὶς ἀμυγδαλιὲς ν᾿ ἀνθίζουν / τὰ μάρμαρα νὰ λάμπουν στὸν ἥλιο / τὴ θάλασσα νὰ κυματίζει (Γιώργος Σεφέρης, Μυθιστόρημα)
- +για μικρή αύξηση ποσότητας ενός πράγματος Βικιλεξικό
- επέμενε να μείνει στο κρεβάτι, προσπαθώντας να κερδίσει λίγο ύπνο ακόμα
Ετυμολογία
ακόμη < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀκομήν < ἀκομή με μετακίνηση τόνου < αρχαία ελληνική ἀκμήν, αιτιατική του ἀκμή με ανάπτυξη [o]
Άλλοι τύποι
ακόμα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →