αλά καρτ
•
- γαστρονομίαη επιλογή των φαγητών ενός εστιατορίου από κατάλογο (κάρτα) κι όχι η υποχρεωτική επιλογή προκαθορισμένου γεύματος. Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο να επιλέγει κανείς από συγκεκριμένη λίστα επιλογών Βικιλεξικό
- Η εμμονή στην εφαρμογή του Συντάγματος δεν αποτελεί ποτέ κενό τύπο. Ακόμη και εάν, όμως, η αναγκαιότητα προηγούμενης άρσης της βουλευτικής ασυλίας θεωρηθεί βυζαντινολογία από μερικούς, όλοι θα συμφωνήσουμε ότι η ανάγκη καταπολέμησης του φασισμού δεν πρέπει να οδηγεί σε αλά καρτ συνταγματική νομιμότητα. (@enet.tr)
Ετυμολογία
αλά καρτ < (λόγιο δάνειο) γαλλική à la carte
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →