Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλάδωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει λαδωθεί Βικιλεξικό
    • που δεν του έχει προστεθεί λάδι
    • που δεν αλείφτηκε με λάδι
    • που δεν έχει λιπανθεί με λάδι
    • που δεν έχει δωροδοκηθεί
  2. οικείομη Χριστιανός, αβάπτιστος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλάδωτος < στερητικό α- + λαδώνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλάδωτοςαλάδωτηαλάδωτο
Γενικήαλάδωτουαλάδωτηςαλάδωτου
Αιτιατικήαλάδωτοαλάδωτηαλάδωτο
Κλητικήαλάδωτεαλάδωτηαλάδωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλάδωτοιαλάδωτεςαλάδωτα
Γενικήαλάδωτωναλάδωτωναλάδωτων
Αιτιατικήαλάδωτουςαλάδωτεςαλάδωτα
Κλητικήαλάδωτοιαλάδωτεςαλάδωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →