αλάθευτος
•
- που είναι ο αλάθητος, αλάνθαστος, χωρίς ψεγάδι, που δεν έχει λάθη Βικιλεξικό
- Γιατί με χέρι αλάθευτο ηθέλησεν η φύση, της νιότης τ' άνθια ολόβολο προικιό να σου χαρίσει (Γιάννης Βηλαράς, "Σαν πεταλούδα στη φωτιά")
Ετυμολογία
αλάθευτος < (στερητικό) α- + λαθεύ(ω) + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλάθευτος | αλάθευτη | αλάθευτο |
| Γενική | αλάθευτου | αλάθευτης | αλάθευτου |
| Αιτιατική | αλάθευτο | αλάθευτη | αλάθευτο |
| Κλητική | αλάθευτε | αλάθευτη | αλάθευτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλάθευτοι | αλάθευτες | αλάθευτα |
| Γενική | αλάθευτων | αλάθευτων | αλάθευτων |
| Αιτιατική | αλάθευτους | αλάθευτες | αλάθευτα |
| Κλητική | αλάθευτοι | αλάθευτες | αλάθευτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →