αλάθητο
•
- η ιδιότητα που έχει κάποιος να μην κάνει λάθος Βικιλεξικό
- ο Θεός έχει το αλάθητο
Ετυμολογία
αλάθητο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αλάθητος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλάθητο | — |
| Γενική | αλάθητου | — |
| Αιτιατική | αλάθητο | — |
| Κλητική | αλάθητο | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →