αλάξευτος
•
- που δεν έχει λαξευτεί, σμιλευτεί Βικιλεξικό
- αλάξευτο μάρμαρο, πέτρα
- κατ’ επέκτασηπου δεν έχει διαμορφωθεί, ο αδιαμόρφωτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλάξευτος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἀλάξευτος < (στερητικό) α- + λαξεύ(ω) + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλάξευτος | αλάξευτη | αλάξευτο |
| Γενική | αλάξευτου | αλάξευτης | αλάξευτου |
| Αιτιατική | αλάξευτο | αλάξευτη | αλάξευτο |
| Κλητική | αλάξευτε | αλάξευτη | αλάξευτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλάξευτοι | αλάξευτες | αλάξευτα |
| Γενική | αλάξευτων | αλάξευτων | αλάξευτων |
| Αιτιατική | αλάξευτους | αλάξευτες | αλάξευτα |
| Κλητική | αλάξευτοι | αλάξευτες | αλάξευτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →