αλάργος
•
- που βρίσκεται σε μακρινή απόσταση, μακρινός, απόμακρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλάργος < αλάργα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
αλάργος < αλάργα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →