αλάρμ
•
- τα τέσσερα (δυο εμπρός και δυο πίσω) πορτοκαλί χρώματος φώτα των οχημάτων που αναβοσβήνουν όταν υπάρχει κάποιο πρόβλημα (λ.χ. ακινητοποίηση στο οδόστρωμα), προκειμένου να προειδοποιηθούν οι άλλοι οδηγοί Βικιλεξικό
- στον ενικότο κουμπί ή ο διακόπτης, συνήθως κόκκινου χρώματος, του οχήματος που όταν πατιέται ενεργοποιεί τα παραπάνω φώτα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλάρμ < αγγλική alarm (συναγερμός)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →