Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλάρμ

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. τα τέσσερα (δυο εμπρός και δυο πίσω) πορτοκαλί χρώματος φώτα των οχημάτων που αναβοσβήνουν όταν υπάρχει κάποιο πρόβλημα (λ.χ. ακινητοποίηση στο οδόστρωμα), προκειμένου να προειδοποιηθούν οι άλλοι οδηγοί Βικιλεξικό
  2. στον ενικότο κουμπί ή ο διακόπτης, συνήθως κόκκινου χρώματος, του οχήματος που όταν πατιέται ενεργοποιεί τα παραπάνω φώτα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλάρμ < αγγλική alarm (συναγερμός)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →