Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ἀλέθω

ρήμα
•
  1. πολυτονική γραφή του αλέθω Βικιλεξικό
    • Ὅλα τ᾿ ἀλέθουν οἱ μυλόπετρες / καὶ γίνουνται ἄστρα (Γιώργος Σεφέρης, Θερινό Ηλιοστάσι)

Ετυμολογία

ἀλέθω < μεσαιωνική ελληνική ἀλέθω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αλέθω

ρήμα
•
  1. συνθλίβω και τρίβω δημητριακούς καρπούς ώστε να γίνουν αλεύρι Βικιλεξικό
  2. συνθλίβω/τρίβω κάτι ώστε να γίνει σκόνη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλέθω < μεσαιωνική ελληνική ἀλέθω < (ελληνιστική κοινή)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →