αλέκτωρ
•
- καθαρεύουσαἀλέκτωρ, ο αλέκτορας: ο κόκορας, ο πετεινός Βικιλεξικό
- Ὅταν οἱ ἀλέκτορες ψάλλωσι συχνὰ καὶ ἀτάκτως, οἱ δὲ φίλοι τῆς ἀντιπολιτεύσεως κοκορεύονται, σημαίνει μεταλλαγὴν καιροῦ καὶ… κυβερνήσεως. (⌘ Κωνσταντίνος Σκόκος, «Ο αλάνθαστος και αψευδής Καζαμίας του 1886», στο Γελοιογραφικόν Ημερολόγιον του Έτους 1886)
Ετυμολογία
αλέκτωρ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀλέκτωρ, ποιητικός τύπος του ουσιαστικού ἀλεκτρυών
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλέκτωρ | αλέκτορες |
| Γενική | αλέκτορος | αλεκτόρων |
| Αιτιατική | αλέκτορα | αλέκτορες |
| Κλητική | αλέκτορ | αλέκτορες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →