αλήτικος
•
- σχετικός με τη συμπεριφορά ενός αλήτη (το αλητήριος κυρίως για πρόσωπα) Βικιλεξικό
- αλήτικη συμπεριφορά, αλήτικος τρόπος
Ετυμολογία
αλήτικος < αλήτης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλήτικος | αλήτικη | αλήτικο |
| Γενική | αλήτικου | αλήτικης | αλήτικου |
| Αιτιατική | αλήτικο | αλήτικη | αλήτικο |
| Κλητική | αλήτικε | αλήτικη | αλήτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλήτικοι | αλήτικες | αλήτικα |
| Γενική | αλήτικων | αλήτικων | αλήτικων |
| Αιτιατική | αλήτικους | αλήτικες | αλήτικα |
| Κλητική | αλήτικοι | αλήτικες | αλήτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →