αλί
•
- αλίμονο Βικιλεξικό
- αλί και τρισαλί!
- Αλί από τον γαμημένον και τον δαρμένον (παροιμία από τη συλλογή του Νικολάου Πολίτη, 1899)
Ετυμολογία
αλί < μεσαιωνική ελληνική ἀλί για το οποίο έχουν προταθεί δύο ετυμολογήσεις: ::* ότι έχει αποσπαστεί από το ἀλίμονο ::* ἀ- + μεσαιωνική ελληνική ἠλί < εβραϊκά אל (θεός) (από τη βιβλική φράση ἠλί ἠλί λεμά σαβαχθανί, Ευαγγέλιον Κατά Ματθαίον, κζ´, 46) (Νικόλαος Πολίτης, Byzantinische Zeitschrift, 1898 τομ. VII, σελ. 158)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →