Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλίμενος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για ακτήπου δεν έχει λιμάνι Βικιλεξικό
    • η μικρή, αμμουδερή, αλίμενη παραλία κάτω από το χωριό φιλοξενείται για σεργιάνι και αγνάντεμα στην καθαρή τη θάλασσα
  2. μεταφορικάαφιλόξενος Βικιλεξικό
    • οι αλίμενες ακτές της Ισλανδίας

Ετυμολογία

αλίμενος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀλίμενος < ἀ- στερητικό + (λιμήν) λιμεν- + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλίμενοςαλίμενηαλίμενο
Γενικήαλίμενουαλίμενηςαλίμενου
Αιτιατικήαλίμενοαλίμενηαλίμενο
Κλητικήαλίμενεαλίμενηαλίμενο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλίμενοιαλίμενεςαλίμενα
Γενικήαλίμενωναλίμενωναλίμενων
Αιτιατικήαλίμενουςαλίμενεςαλίμενα
Κλητικήαλίμενοιαλίμενεςαλίμενα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →