αλίμονο
•
- επιφώνημα έκφρασης δυστυχίας, συμφοράς ή λύπης Βικιλεξικό
- επιφώνημα έκφρασης απειλής Βικιλεξικό
- Αλίμονό σου αν ξαναπεράσεις από δω!
- ουαί και αλίμονό σου!
- επιφώνημα έκφρασης συγκατάβασης Βικιλεξικό
- -Σ' ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. -Αλίμονο! Ούτε να το συζητάς!
Ετυμολογία
αλίμονο < μεσαιωνική ελληνική αλίμονο(ν) < αλί + μόνο(ν)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →