Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλίπαντος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν του έχουν βάλει λιπαντικές ουσίες Βικιλεξικό
  2. που δεν έχει λίπασμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλίπαντος < μεσαιωνική ελληνική αλίπαντος < α- + λιπαίνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλίπαντοςαλίπαντηαλίπαντο
Γενικήαλίπαντουαλίπαντηςαλίπαντου
Αιτιατικήαλίπαντοαλίπαντηαλίπαντο
Κλητικήαλίπαντεαλίπαντηαλίπαντο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλίπαντοιαλίπαντεςαλίπαντα
Γενικήαλίπαντωναλίπαντωναλίπαντων
Αιτιατικήαλίπαντουςαλίπαντεςαλίπαντα
Κλητικήαλίπαντοιαλίπαντεςαλίπαντα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →