αλαβάρδα
•
- μεσαιωνικόςείδος μεσαιωνικής λόγχης με αιχμηρή άκρη που είχε διάφορες μορφές (συχνά, παρόμοια με του τσεκουριού) Βικιλεξικό
- Η χαρακτηριστική αλαβάρδα έφερε τρία τμήματα: αιχμή, κόψη και αρπάγη (ένα γάντζο). Χάρη στα διακοσμητικά της στοιχεία τη βλέπουμε ακόμα και σήμερα στα χέρια των ελβετών φρουρών στο Βατικανό.
Ετυμολογία
αλαβάρδα (ήδη, μεσαιωνική ελληνική ἀλαβαρδιέρης > ἀλάβαρδος (θηλυκό)^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)), ή ἀλαβάρδα): (λόγιο δάνειο) ιταλική alabarda < μέση άνω γερμανική halmbarte < halm (λαβή) < πρωτογερμανική *helmô (λαβή) + barte (μικρό τσεκούρι) < πρωτογερμανική *bardaz (κυριολεκτικά: γένι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλαβάρδα | αλαβάρδες |
| Γενική | αλαβάρδας | αλαβαρδών |
| Αιτιατική | αλαβάρδα | αλαβάρδες |
| Κλητική | αλαβάρδα | αλαβάρδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →