Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλαβάρδα

/a.laˈvaɾ.ða/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μεσαιωνικόςείδος μεσαιωνικής λόγχης με αιχμηρή άκρη που είχε διάφορες μορφές (συχνά, παρόμοια με του τσεκουριού) Βικιλεξικό
    • Η χαρακτηριστική αλαβάρδα έφερε τρία τμήματα: αιχμή, κόψη και αρπάγη (ένα γάντζο). Χάρη στα διακοσμητικά της στοιχεία τη βλέπουμε ακόμα και σήμερα στα χέρια των ελβετών φρουρών στο Βατικανό.

Ετυμολογία

αλαβάρδα (ήδη, μεσαιωνική ελληνική ἀλαβαρδιέρης > ἀλάβαρδος (θηλυκό)^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)), ή ἀλαβάρδα): (λόγιο δάνειο) ιταλική alabarda < μέση άνω γερμανική halmbarte < halm (λαβή) < πρωτογερμανική *helmô (λαβή) + barte (μικρό τσεκούρι) < πρωτογερμανική *bardaz (κυριολεκτικά: γένι)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλαβάρδααλαβάρδες
Γενικήαλαβάρδαςαλαβαρδών
Αιτιατικήαλαβάρδααλαβάρδες
Κλητικήαλαβάρδααλαβάρδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →