Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλαβάστρινος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. φτιαγμένος από αλάβαστρο Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάόμοιος με αλάβαστρο, λευκός και πολύ όμορφος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλαβάστρινος < (ελληνιστική κοινή) ἀλαβάστρινος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλαβάστρινοςαλαβάστρινηαλαβάστρινο
Γενικήαλαβάστρινουαλαβάστρινηςαλαβάστρινου
Αιτιατικήαλαβάστρινοαλαβάστρινηαλαβάστρινο
Κλητικήαλαβάστρινεαλαβάστρινηαλαβάστρινο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλαβάστρινοιαλαβάστρινεςαλαβάστρινα
Γενικήαλαβάστρινωναλαβάστρινωναλαβάστρινων
Αιτιατικήαλαβάστρινουςαλαβάστρινεςαλαβάστρινα
Κλητικήαλαβάστρινοιαλαβάστρινεςαλαβάστρινα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →