αλαλάζω
•
- φωνάζω δυνατά βγάζοντας άγριες κραυγές από πολεμική ορμή ή ενθουσιασμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλαλάζω < αρχαία ελληνική ἀλαλάζω < ἀλαλαί
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αλαλάζω | αλαλάζεις | αλαλάζει | αλαλάζουμε | αλαλάζετε | αλαλάζουν / αλαλάζουνε |
| Παρατατικός | αλάλαζα | αλάλαζες | αλάλαζε | αλαλάζαμε | αλαλάζατε | αλάλαζαν / αλαλάζαν / αλαλάζανε |
| Αόριστος | αλάλαξα | αλάλαξες | αλάλαξε | αλαλάξαμε | αλαλάξατε | αλάλαξαν / αλαλάξαν / αλαλάξανε |
| Μέλλοντας | θα αλαλάζω / θα αλαλάξω | θα αλαλάζεις / θα αλαλάξεις | θα αλαλάζει / θα αλαλάξει | θα αλαλάζουμε / θα αλαλάξουμε | θα αλαλάζετε / θα αλαλάξετε | θα αλαλάζουν / θα αλαλάζουνε / θα αλαλάξουν / θα αλαλάξουνε |
| Παρακείμενος | έχω αλαλάξει | έχεις αλαλάξει | έχει αλαλάξει | έχουμε αλαλάξει | έχετε αλαλάξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αλαλάξει | είχες αλαλάξει | είχε αλαλάξει | είχαμε αλαλάξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αλαλάξει / να αλαλάζω / να αλαλάξω | να έχεις αλαλάξει / να αλαλάζεις / να αλαλάξεις | να έχει αλαλάξει / να αλαλάζει / να αλαλάξει | να έχουμε αλαλάξει / να αλαλάζουμε / να αλαλάξουμε | να έχετε αλαλάξει / να αλαλάζετε / να αλαλάξετε | να αλαλάζουν / να αλαλάζουνε / να αλαλάξουν / να αλαλάξουνε |
| Προστακτική | — | αλάλαζε / αλάλαξε | — | — | αλαλάζετε / αλαλάξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →