Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλαλούμ

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκότροποσύγχυση, ανακατωσούρα, αναστάτωση Βικιλεξικό
    • Πάντως, ο δήμαρχος πρέπει επειγόντως να κάνει κάτι γι’ αυτήν την ασυδοσία στις φωτεινές ταμπέλες, για την αφισορρύπανση και τις ανεξέλεγκτες διαφημίσεις που δημιουργούν ένα αισθητικό αλαλούμ. (Κώστας Ακρίβος (2001) Πέντε δρόμοι, μία ρότα, ένα Αίνιγμα)

Ετυμολογία

αλαλούμ < αρμενική աղալ (αλέθω· τοπική ενικού: աղալում: ałalum) ή αραβική ulalum

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →