αλαμπουρνέζικα
•
- προφορικόγλώσσα ακατανόητη, λόγια χωρίς νόημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλαμπουρνέζικα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αλαμπουρνέζικος στον πληθυντικό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλαμπουρνέζικα | αλαμπουρνέζικα |
| Γενική | — | αλαμπουρνέζικων |
| Αιτιατική | — | αλαμπουρνέζικα |
| Κλητική | — | αλαμπουρνέζικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →