Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλαργεύω

ρήμα
•
  1. απομακρύνομαι Βικιλεξικό
    • Αλάργεψαν και τον κοίταζαν δίχως να μπορούν να κρύψουν τη σιχαμάρα τους. (Τάκης Αδάμος Ποιος θα εμποδίσει την άνοιξη; [διήγημα], Εκδ. Καστανιώτη, 1981)

Ετυμολογία

αλαργεύω < αλάργ(α) + -εύω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαλαργεύωαλαργεύειςαλαργεύειαλαργεύουμεαλαργεύετεαλαργεύουν / αλαργεύουνε
Παρατατικόςαλάργευααλάργευεςαλάργευεαλαργεύαμεαλαργεύατεαλάργευαν / αλαργεύαν / αλαργεύανε
Αόριστοςαλάργεψααλάργεψεςαλάργεψεαλαργέψαμεαλαργέψατεαλάργεψαν / αλαργέψαν / αλαργέψανε
Μέλλονταςθα αλαργέψω / θα αλαργεύωθα αλαργέψεις / θα αλαργεύειςθα αλαργέψει / θα αλαργεύειθα αλαργέψουμε / θα αλαργεύουμεθα αλαργέψετε / θα αλαργεύετεθα αλαργέψουν / θα αλαργέψουνε / θα αλαργεύουν / θα αλαργεύουνε
Παρακείμενοςέχω αλαργέψειέχεις αλαργέψειέχει αλαργέψειέχουμε αλαργέψειέχετε αλαργέψει—
Υπερσυντέλικοςείχα αλαργέψειείχες αλαργέψειείχε αλαργέψειείχαμε αλαργέψει——
Υποτακτικήνα έχω αλαργέψει / να αλαργέψω / να αλαργεύωνα έχεις αλαργέψει / να αλαργέψεις / να αλαργεύειςνα έχει αλαργέψει / να αλαργέψει / να αλαργεύεινα έχουμε αλαργέψει / να αλαργέψουμε / να αλαργεύουμενα έχετε αλαργέψει / να αλαργέψετε / να αλαργεύετενα αλαργέψουν / να αλαργέψουνε / να αλαργεύουν / να αλαργεύουνε
Προστακτική—αλάργευε / αλάργεψε——αλαργέψτε / αλαργεύετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →