Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλαργινός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ποιητικόο μακρινός Βικιλεξικό
    • Καλό ταξίδι αλαργινό καράβι μου, στου απείρου και στης νυκτός την αγκαλιά με τα χρυσά σου φώτα (Κ.Καρυωτάκης)
  2. ποιητικόο απόμακρος, που έρχεται από μακριά Βικιλεξικό
    • μια αλαργινή φωνή

Ετυμολογία

αλαργινός < αλάργ(α) + -ινός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλαργινόςαλαργινήαλαργινό
Γενικήαλαργινούαλαργινήςαλαργινού
Αιτιατικήαλαργινόαλαργινήαλαργινό
Κλητικήαλαργινέαλαργινήαλαργινό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλαργινοίαλαργινέςαλαργινά
Γενικήαλαργινώναλαργινώναλαργινών
Αιτιατικήαλαργινούςαλαργινέςαλαργινά
Κλητικήαλαργινοίαλαργινέςαλαργινά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →