αλαργινός
•
- ποιητικόο μακρινός Βικιλεξικό
- Καλό ταξίδι αλαργινό καράβι μου, στου απείρου και στης νυκτός την αγκαλιά με τα χρυσά σου φώτα (Κ.Καρυωτάκης)
- ποιητικόο απόμακρος, που έρχεται από μακριά Βικιλεξικό
- μια αλαργινή φωνή
Ετυμολογία
αλαργινός < αλάργ(α) + -ινός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλαργινός | αλαργινή | αλαργινό |
| Γενική | αλαργινού | αλαργινής | αλαργινού |
| Αιτιατική | αλαργινό | αλαργινή | αλαργινό |
| Κλητική | αλαργινέ | αλαργινή | αλαργινό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλαργινοί | αλαργινές | αλαργινά |
| Γενική | αλαργινών | αλαργινών | αλαργινών |
| Αιτιατική | αλαργινούς | αλαργινές | αλαργινά |
| Κλητική | αλαργινοί | αλαργινές | αλαργινά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →