αλατίζω
•
- βάζω αλάτι σε φαγητό Βικιλεξικό
- Αλάτισε το φαγητό γιατί είναι άνοστο.
- παστώνω Βικιλεξικό
- λαϊκότροποτρέφω εξημερωμένα ζώα με αλάτι Βικιλεξικό
- μεταφορικάδιατυπώνω μια έξυπνη ιδέα Βικιλεξικό
- Οι υπόλοιποι μαθητές της τάξης δεν αποδίδουν, αλλά αυτός κάτι αλατίζει.
Ετυμολογία
αλατίζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἁλατίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αλατίζω | αλατίζεις | αλατίζει | αλατίζουμε | αλατίζετε | αλατίζουν / αλατίζουνε |
| Παρατατικός | αλάτιζα | αλάτιζες | αλάτιζε | αλατίζαμε | αλατίζατε | αλάτιζαν / αλατίζαν / αλατίζανε |
| Αόριστος | αλάτισα | αλάτισες | αλάτισε | αλατίσαμε | αλατίσατε | αλάτισαν / αλατίσαν / αλατίσανε |
| Μέλλοντας | θα αλατίζω / θα αλατίσω | θα αλατίζεις / θα αλατίσεις | θα αλατίζει / θα αλατίσει | θα αλατίζουμε / θα αλατίσουμε | θα αλατίζετε / θα αλατίσετε | θα αλατίζουν / θα αλατίζουνε / θα αλατίσουν / θα αλατίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αλατίσει | έχεις αλατίσει | έχει αλατίσει | έχουμε αλατίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αλατίσει | είχες αλατίσει | είχε αλατίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αλατίσει / να αλατίζω / να αλατίσω | να έχεις αλατίσει / να αλατίζεις / να αλατίσεις | να έχει αλατίσει / να αλατίζει / να αλατίσει | να έχουμε αλατίσει / να αλατίζουμε / να αλατίσουμε | να αλατίζετε / να αλατίσετε | να αλατίζουν / να αλατίζουνε / να αλατίσουν / να αλατίσουνε |
| Προστακτική | — | αλάτιζε / αλάτισε | — | — | αλατίζετε / αλατίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αλατίστηκααλατίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →