Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλατερός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που (περι)έχει πολύ αλάτι Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοαλατερή Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοαλατερό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλατερός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική *ἀλατερός < ἀλάτι + -ερός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλατερόςαλατερήαλατερό
Γενικήαλατερούαλατερήςαλατερού
Αιτιατικήαλατερόαλατερήαλατερό
Κλητικήαλατερέαλατερήαλατερό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλατεροίαλατερέςαλατερά
Γενικήαλατερώναλατερώναλατερών
Αιτιατικήαλατερούςαλατερέςαλατερά
Κλητικήαλατεροίαλατερέςαλατερά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →