αλατζάς
•
- ευτελές βαμβακερό ύφασμα για ρούχα των φτωχών Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηείδος ρούχου φτιαγμένου από αλατζά Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηείδος γιλέκου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλατζάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική alaca (παρδαλός) + -ς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλατζάς | αλατζάδες |
| Γενική | αλατζά | αλατζάδων |
| Αιτιατική | αλατζά | αλατζάδες |
| Κλητική | αλατζά | αλατζάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →