Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλατισμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που του έχουμε προσθέσει αλάτι για να γίνει νόστιμος Βικιλεξικό
    • η σαλάτα δεν είναι αλατισμένη· ρίξε λίγο αλάτι τώρα, γιατί δεν τρώγεται
  2. που του έχουμε προσθέσει αλάτι για να διατηρηθεί Βικιλεξικό
    • τρέχουν, ανεβοκατεβαίνουν, ο ένας να πιάση κρασί, κοκκινέλι, ο άλλος να τηγανίση το αλατισμένο χοιρινό, ο τρίτος να φέρη χωριάτικο ψωμί (Μέλπω Αξιώτη, στο Άννα Ματθαίου, Πόπη Πολέμη, Διαδρομές της Μέλπως Αξιώτη 1947-1955: μαρτυρίες και κείμενα από τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Ἐκδ. Θεμέλιο, 1999, σελ. 235)

Ετυμολογία

αλατισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου αλατίζω

Άλλοι τύποι

αλατισμένααλατισμένεαλατισμένεςαλατισμένηαλατισμένηςαλατισμένοαλατισμένοιαλατισμένοςαλατισμένουαλατισμένουςαλατισμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →