αλατοφύλακας
•
- επάγγελμαφύλακας σε αλαταποθήκη ή αλυκή, ο αλαταποθηκάριος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλατοφύλακας < αλάτ(ι) + -ο- + -φύλακας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλατοφύλακας | αλατοφύλακες |
| Γενική | αλατοφύλακα | αλατοφυλάκων |
| Αιτιατική | αλατοφύλακα | αλατοφύλακες |
| Κλητική | αλατοφύλακα | αλατοφύλακες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →