Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλατούσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαογραφίαακρίδα που, σε ευτράπελες λαϊκές αφηγήσεις, υποτίθεται ότι τρώει το αλάτι που σπέρνουν ορισμένοι ανόητοι, πιστεύοντας ότι θα φυτρώσει κι έτσι θα γίνουν πλούσιοι Βικιλεξικό
    • Παραθέτουμε ένα γλαφυρό, λαογραφικό, αφήγημα από το βιβλίο [του Βασιλείου Κούκλη] με τίτλο «Η Αλατούσα»: «Τα παλιότερα χρόνια αλάτι πουλούσε μόνο το Μονοπώλιο που βρισκόταν στο Παράλιο Άστρος. Εκεί πήγαιναν όλοι οι κάτοικοι των γειτονικών χωριών για να το προμηθευτούν, προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες τους. Οι Πλατανίτες, που διακρίνονταν για την εξυπνάδα τους, σκέφτηκαν να σπείρουν το φθινόπωρο στα κτήματα τους αντί για σιτάρι αλάτι και το θέρος να το θερίσουν … Το κέρδος τους θα ήταν πολύ μεγάλο αφού και τις ανάγκες τους θα κάλυπταν και θα απέφευγαν τη μεγάλη διαδρομή Πλατάνου-Παράλιου Άστρους, για να το αγοράσουν. […]. Πήραν τα σύνεργα του θερισμού και ξεκίνησαν, πρωί-πρωί, για τα χωράφια τους. Μόλις έφτασαν, βρήκαν τα κτήματά τους γεμάτα αλατούσες (ακρίδες). Αμέσως σκέφτηκαν ότι τη σοδειά τους την έφαγαν οι αλατούσες και γύρισαν στο χωριό, για να πάρουν την απόφαση τους. […]».

Ετυμολογία

αλατούσα < αλάτ(ι) + -ούσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλατούσααλατούσες
Γενικήαλατούσας—
Αιτιατικήαλατούσααλατούσες
Κλητικήαλατούσααλατούσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →