αλατωρυχείο
•
- ο τόπος (ορυχείο) εξαγωγής ορυκτού άλατος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλατωρυχείο < άλας, αλατ- + -ωρυχείο (ορυχείο, όπως σε παλιές συνθέσεις, με ωμέγα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλατωρυχείο | αλατωρυχεία |
| Γενική | αλατωρυχείου | αλατωρυχείων |
| Αιτιατική | αλατωρυχείο | αλατωρυχεία |
| Κλητική | αλατωρυχείο | αλατωρυχεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →