αλατότοπος
•
- o τόπος όπου παράγεται αλάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλατότοπος < αλάτ(ι) + -ό- + -τοπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλατότοπος | αλατότοποι |
| Γενική | αλατότοπου | αλατότοπων |
| Αιτιατική | αλατότοπο | αλατότοπους |
| Κλητική | αλατότοπε | αλατότοποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →