αλαφιάζω
•
- μεταβατικότρομάζω κάποιον Βικιλεξικό
- αμετάβατοτρομάζω, πανικοβάλλομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλαφιάζω < αλάφ(ι) + -ιάζω → δείτε τη λέξη ελάφι
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αλαφιάζω | αλαφιάζεις | αλαφιάζει | αλαφιάζουμε | αλαφιάζετε | αλαφιάζουν / αλαφιάζουνε |
| Παρατατικός | αλάφιαζα | αλάφιαζες | αλάφιαζε | αλαφιάζαμε | αλαφιάζατε | αλάφιαζαν / αλαφιάζαν / αλαφιάζανε |
| Αόριστος | αλάφιασα | αλάφιασες | αλάφιασε | αλαφιάσαμε | αλαφιάσατε | αλάφιασαν / αλαφιάσαν / αλαφιάσανε |
| Μέλλοντας | θα αλαφιάζω / θα αλαφιάσω | θα αλαφιάζεις / θα αλαφιάσεις | θα αλαφιάζει / θα αλαφιάσει | θα αλαφιάζουμε / θα αλαφιάσουμε | θα αλαφιάζετε / θα αλαφιάσετε | θα αλαφιάζουν / θα αλαφιάζουνε / θα αλαφιάσουν / θα αλαφιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αλαφιάσει | έχεις αλαφιάσει | έχει αλαφιάσει | έχουμε αλαφιάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αλαφιάσει | είχες αλαφιάσει | είχε αλαφιάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αλαφιάσει / να αλαφιάζω / να αλαφιάσω | να έχεις αλαφιάσει / να αλαφιάζεις / να αλαφιάσεις | να έχει αλαφιάσει / να αλαφιάζει / να αλαφιάσει | να έχουμε αλαφιάσει / να αλαφιάζουμε / να αλαφιάσουμε | να αλαφιάζετε / να αλαφιάσετε | να αλαφιάζουν / να αλαφιάζουνε / να αλαφιάσουν / να αλαφιάσουνε |
| Προστακτική | — | αλάφιαζε / αλάφιασε | — | — | αλαφιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αλαφιάστηκααλαφιάζομαιαλαφιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →