Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλαφροχειμωνιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. όταν το χειμώνα ο καιρός δεν είναι τόσο παγερός όσο αναμενόταν, όταν ο χειμώνας είναι ηπιότερος απ΄ό,τι συνήθως Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλαφροχειμωνιά < αλαφρο- + χειμωνιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλαφροχειμωνιάαλαφροχειμωνιές
Γενικήαλαφροχειμωνιάςαλαφροχειμωνιών
Αιτιατικήαλαφροχειμωνιάαλαφροχειμωνιές
Κλητικήαλαφροχειμωνιάαλαφροχειμωνιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →