αλαφροχειμωνιά
•
- όταν το χειμώνα ο καιρός δεν είναι τόσο παγερός όσο αναμενόταν, όταν ο χειμώνας είναι ηπιότερος απ΄ό,τι συνήθως Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλαφροχειμωνιά < αλαφρο- + χειμωνιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλαφροχειμωνιά | αλαφροχειμωνιές |
| Γενική | αλαφροχειμωνιάς | αλαφροχειμωνιών |
| Αιτιατική | αλαφροχειμωνιά | αλαφροχειμωνιές |
| Κλητική | αλαφροχειμωνιά | αλαφροχειμωνιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →