αλαφρωμένος
•
- του οποίου το βάρος έχει ελαττωθεί Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου έχει ανακουφιστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλαφρωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου αλαφρώνω
Άλλοι τύποι
αλαφρωμένααλαφρωμένεαλαφρωμένεςαλαφρωμένηαλαφρωμένηςαλαφρωμένοαλαφρωμένοιαλαφρωμένοςαλαφρωμένουαλαφρωμένουςαλαφρωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →