αλαφρώνω
•
- ελαφρώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλαφρώνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αλαφρώνω | αλαφρώνεις | αλαφρώνει | αλαφρώνουμε | αλαφρώνετε | αλαφρώνουν / αλαφρώνουνε |
| Παρατατικός | αλάφρωνα | αλάφρωνες | αλάφρωνε | αλαφρώναμε | αλαφρώνατε | αλάφρωναν / αλαφρώναν / αλαφρώνανε |
| Αόριστος | αλάφρωσα | αλάφρωσες | αλάφρωσε | αλαφρώσαμε | αλαφρώσατε | αλάφρωσαν / αλαφρώσαν / αλαφρώσανε |
| Μέλλοντας | θα αλαφρώνω / θα αλαφρώσω | θα αλαφρώνεις / θα αλαφρώσεις | θα αλαφρώνει / θα αλαφρώσει | θα αλαφρώνουμε / θα αλαφρώσουμε | θα αλαφρώνετε / θα αλαφρώσετε | θα αλαφρώνουν / θα αλαφρώνουνε / θα αλαφρώσουν / θα αλαφρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αλαφρώσει | έχεις αλαφρώσει | έχει αλαφρώσει | έχουμε αλαφρώσει | έχετε αλαφρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αλαφρώσει | είχες αλαφρώσει | είχε αλαφρώσει | είχαμε αλαφρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αλαφρώσει / να αλαφρώνω / να αλαφρώσω | να έχεις αλαφρώσει / να αλαφρώνεις / να αλαφρώσεις | να έχει αλαφρώσει / να αλαφρώνει / να αλαφρώσει | να έχουμε αλαφρώσει / να αλαφρώνουμε / να αλαφρώσουμε | να έχετε αλαφρώσει / να αλαφρώνετε / να αλαφρώσετε | να αλαφρώνουν / να αλαφρώνουνε / να αλαφρώσουν / να αλαφρώσουνε |
| Προστακτική | — | αλάφρωνε / αλάφρωσε | — | — | αλαφρώνετε / αλαφρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →