Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλβανίζω

/al.vaˈni.zo/ρήμα
•
  1. μιλώ αλβανικά Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασημιμούμαι τα αλβανικά ήθη Βικιλεξικό
  3. έχω φιλικές σχέσεις με τους Αλβανούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλβανίζω < Αλβαν(ός) + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαλβανίζωαλβανίζειςαλβανίζειαλβανίζουμεαλβανίζετεαλβανίζουν / αλβανίζουνε
Παρατατικόςαλβάνιζααλβάνιζεςαλβάνιζεαλβανίζαμεαλβανίζατεαλβάνιζαν / αλβανίζαν / αλβανίζανε
Αόριστοςαλβάνισααλβάνισεςαλβάνισεαλβανίσαμεαλβανίσατεαλβάνισαν / αλβανίσαν / αλβανίσανε
Μέλλονταςθα αλβανίζω / θα αλβανίσωθα αλβανίζεις / θα αλβανίσειςθα αλβανίζει / θα αλβανίσειθα αλβανίζουμε / θα αλβανίσουμεθα αλβανίζετε / θα αλβανίσετεθα αλβανίζουν / θα αλβανίζουνε / θα αλβανίσουν / θα αλβανίσουνε
Παρακείμενοςέχω αλβανίσειέχεις αλβανίσειέχει αλβανίσειέχουμε αλβανίσειέχετε αλβανίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αλβανίσειείχες αλβανίσειείχε αλβανίσειείχαμε αλβανίσει——
Υποτακτικήνα έχω αλβανίσει / να αλβανίζω / να αλβανίσωνα έχεις αλβανίσει / να αλβανίζεις / να αλβανίσειςνα έχει αλβανίσει / να αλβανίζει / να αλβανίσεινα έχουμε αλβανίσει / να αλβανίζουμε / να αλβανίσουμενα έχετε αλβανίσει / να αλβανίζετε / να αλβανίσετενα αλβανίζουν / να αλβανίζουνε / να αλβανίσουν / να αλβανίσουνε
Προστακτική—αλβάνιζε / αλβάνισε——αλβανίζετε / αλβανίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →