αλβανίζω
•
- μιλώ αλβανικά Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασημιμούμαι τα αλβανικά ήθη Βικιλεξικό
- έχω φιλικές σχέσεις με τους Αλβανούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλβανίζω < Αλβαν(ός) + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αλβανίζω | αλβανίζεις | αλβανίζει | αλβανίζουμε | αλβανίζετε | αλβανίζουν / αλβανίζουνε |
| Παρατατικός | αλβάνιζα | αλβάνιζες | αλβάνιζε | αλβανίζαμε | αλβανίζατε | αλβάνιζαν / αλβανίζαν / αλβανίζανε |
| Αόριστος | αλβάνισα | αλβάνισες | αλβάνισε | αλβανίσαμε | αλβανίσατε | αλβάνισαν / αλβανίσαν / αλβανίσανε |
| Μέλλοντας | θα αλβανίζω / θα αλβανίσω | θα αλβανίζεις / θα αλβανίσεις | θα αλβανίζει / θα αλβανίσει | θα αλβανίζουμε / θα αλβανίσουμε | θα αλβανίζετε / θα αλβανίσετε | θα αλβανίζουν / θα αλβανίζουνε / θα αλβανίσουν / θα αλβανίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αλβανίσει | έχεις αλβανίσει | έχει αλβανίσει | έχουμε αλβανίσει | έχετε αλβανίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αλβανίσει | είχες αλβανίσει | είχε αλβανίσει | είχαμε αλβανίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αλβανίσει / να αλβανίζω / να αλβανίσω | να έχεις αλβανίσει / να αλβανίζεις / να αλβανίσεις | να έχει αλβανίσει / να αλβανίζει / να αλβανίσει | να έχουμε αλβανίσει / να αλβανίζουμε / να αλβανίσουμε | να έχετε αλβανίσει / να αλβανίζετε / να αλβανίσετε | να αλβανίζουν / να αλβανίζουνε / να αλβανίσουν / να αλβανίσουνε |
| Προστακτική | — | αλβάνιζε / αλβάνισε | — | — | αλβανίζετε / αλβανίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →