Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλγεινός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοαυτός που προκαλεί άλγος, πόνο, κυρίως ψυχικό Βικιλεξικό
    • Εν τω μεταξύ αλγεινή εντύπωση δημιουργούν οι δικαιολογίες της κυπριακής κυβέρνησης για το νομοσχέδιο που αφορούσε το «κούρεμα» καταθέσεων και είχε ετοιμαστεί πριν από την απόφαση του Eurogroup. (*)

Ετυμολογία

αλγεινός < αρχαία ελληνική ἀλγεινός < ἄλγος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλγεινόςαλγεινήαλγεινό
Γενικήαλγεινούαλγεινήςαλγεινού
Αιτιατικήαλγεινόαλγεινήαλγεινό
Κλητικήαλγεινέαλγεινήαλγεινό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλγεινοίαλγεινέςαλγεινά
Γενικήαλγεινώναλγεινώναλγεινών
Αιτιατικήαλγεινούςαλγεινέςαλγεινά
Κλητικήαλγεινοίαλγεινέςαλγεινά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →