αλγολαγνεία
•
- ψυχολογίαη ηδονή ή σεξουαλική διέγερση που προκαλείται με την αίσθηση ή πρόκληση πόνου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλγολαγνεία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική algolagnia < γερμανική Algolagnie < αρχαία ελληνική ἄλγος + λαγνεία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλγολαγνεία | αλγολαγνείες |
| Γενική | αλγολαγνείας | αλγολαγνειών |
| Αιτιατική | αλγολαγνεία | αλγολαγνείες |
| Κλητική | αλγολαγνεία | αλγολαγνείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →