αλδιμίνη
•
- χημείαοποιαδήποτε ιμίνη που προέρχεται από αλδεΰδη Βικιλεξικό
- αζωτούχα οργανική ένωση που φέρει στο μόριό της μία τουλάχιστον αλδιμινομάδα, δηλαδή R–CH=N–R, ως κύρια χαρακτηριστική ομάδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλδιμίνη < (λόγιο δάνειο) αγγλική aldimine, συμφυρμός των aldehyde (αλδεΰδη) + imine (ιμίνη))
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλδιμίνη | αλδιμίνες |
| Γενική | αλδιμίνης | αλδιμινών |
| Αιτιατική | αλδιμίνη | αλδιμίνες |
| Κλητική | αλδιμίνη | αλδιμίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →