Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλεξίπτωτο

/a.leˈksi.pto.to/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. συσκευή που, με το άνοιγμά της, αποβλέπει στο φρενάρισμα της πτώσης αντικειμένων, χάρη στην αντίσταση του αέρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλεξίπτωτο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀλεξίπτωτον (ήδη από το 1874) μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική parachute. Μορφολογικά αναλύεται σε αλεξί- + ουδέτερο πτωτόν του ελληνιστικού πτωτός (που μπορεί να πέσει)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλεξίπτωτοαλεξίπτωτα
Γενικήαλεξίπτωτουαλεξίπτωτων
Αιτιατικήαλεξίπτωτοαλεξίπτωτα
Κλητικήαλεξίπτωτοαλεξίπτωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →