Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλεπουδίσιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ανήκει ή αναφερεται στην αλεπού Βικιλεξικό
  2. που μοιάζει με την αλεπού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλεπουδίσιος < αλεπού

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλεπουδίσιοςαλεπουδίσιααλεπουδίσιο
Γενικήαλεπουδίσιουαλεπουδίσιαςαλεπουδίσιου
Αιτιατικήαλεπουδίσιοαλεπουδίσιααλεπουδίσιο
Κλητικήαλεπουδίσιεαλεπουδίσιααλεπουδίσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλεπουδίσιοιαλεπουδίσιεςαλεπουδίσια
Γενικήαλεπουδίσιωναλεπουδίσιωναλεπουδίσιων
Αιτιατικήαλεπουδίσιουςαλεπουδίσιεςαλεπουδίσια
Κλητικήαλεπουδίσιοιαλεπουδίσιεςαλεπουδίσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →