αλετρίζω
•
- οργώνω με το αλέτρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλετρίζω < αλέτρι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αλετρίζω | αλετρίζεις | αλετρίζει | αλετρίζουμε | αλετρίζετε | αλετρίζουν / αλετρίζουνε |
| Παρατατικός | αλέτριζα | αλέτριζες | αλέτριζε | αλετρίζαμε | αλετρίζατε | αλέτριζαν / αλετρίζαν / αλετρίζανε |
| Αόριστος | αλέτρισα | αλέτρισες | αλέτρισε | αλετρίσαμε | αλετρίσατε | αλέτρισαν / αλετρίσαν / αλετρίσανε |
| Μέλλοντας | θα αλετρίζω / θα αλετρίσω | θα αλετρίζεις / θα αλετρίσεις | θα αλετρίζει / θα αλετρίσει | θα αλετρίζουμε / θα αλετρίσουμε | θα αλετρίζετε / θα αλετρίσετε | θα αλετρίζουν / θα αλετρίζουνε / θα αλετρίσουν / θα αλετρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αλετρίσει | έχεις αλετρίσει | έχει αλετρίσει | έχουμε αλετρίσει | έχετε αλετρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αλετρίσει | είχες αλετρίσει | είχε αλετρίσει | είχαμε αλετρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αλετρίσει / να αλετρίζω / να αλετρίσω | να έχεις αλετρίσει / να αλετρίζεις / να αλετρίσεις | να έχει αλετρίσει / να αλετρίζει / να αλετρίσει | να έχουμε αλετρίσει / να αλετρίζουμε / να αλετρίσουμε | να έχετε αλετρίσει / να αλετρίζετε / να αλετρίσετε | να αλετρίζουν / να αλετρίζουνε / να αλετρίσουν / να αλετρίσουνε |
| Προστακτική | — | αλέτριζε / αλέτρισε | — | — | αλετρίζετε / αλετρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →