αλευράδικο
•
- κατάστημα πώλησης αλεύρων Βικιλεξικό
- μέσο μεταφοράς αλεύρων, όχημα, βαγόνι, κ.λπ. Βικιλεξικό
- ναυτικός όρος: φορτηγό πλοίο, συνήθως χρονοναυλωμένο, μεταφοράς αλεύρων, συσκευασμένων ή χύδην (χύμα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλευράδικο < αλεύρι + -άδικο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλευράδικο | αλευράδικα |
| Γενική | αλευράδικου | αλευράδικων |
| Αιτιατική | αλευράδικο | αλευράδικα |
| Κλητική | αλευράδικο | αλευράδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →