αλευράς
•
- επάγγελμαέμπορος αλευριού Βικιλεξικό
- επάγγελμαπαραγωγός αλευριού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλευράς < αλεύρ(ι) + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλευράς | αλευράδες |
| Γενική | αλευρά | αλευράδων |
| Αιτιατική | αλευρά | αλευράδες |
| Κλητική | αλευρά | αλευράδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →