Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλευρίλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η χαρακτηριστική οσμή των αλεύρων Βικιλεξικό
  2. ιδιαίτερα η οσμή των αλευραποθηκών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλευρίλα < αλεύρι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλευρίλααλευρίλες
Γενικήαλευρίλας—
Αιτιατικήαλευρίλααλευρίλες
Κλητικήαλευρίλααλευρίλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →