αλευρεμπόριο
•
- το εμπόριο αλεύρων, εγχώριο και διεθνές Βικιλεξικό
- γενικά οι αγοραπωλησίες αλεύρων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλευρεμπόριο < άλευρ(α) + -εμπόριο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλευρεμπόριο | αλευρεμπόρια |
| Γενική | αλευρεμπορίου / αλευρεμπόριου | αλευρεμπορίων |
| Αιτιατική | αλευρεμπόριο | αλευρεμπόρια |
| Κλητική | αλευρεμπόριο | αλευρεμπόρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →