Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλευρικό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. δοχείο κουζίνας που τοποθετείται αλεύρι (όπως π.χ. λαδικό) Βικιλεξικό
  2. το αλευροκόσκινο (σε κάποιες περιπτώσεις χρήσης) Βικιλεξικό
  3. ιδιαίτερο κελί μοναστηριού που χρησιμοποιείται ως αλευραποθήκη Βικιλεξικό
  4. ιδιωματικόη παρακαταθήκη αλεύρων ενός σπιτιού Βικιλεξικό
  5. ποτόζεστό ρόφημα με γάλα και αλεύρι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλευρικό < αλεύρι • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλευρικόαλευρικά
Γενικήαλευρικούαλευρικών
Αιτιατικήαλευρικόαλευρικά
Κλητικήαλευρικόαλευρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →