αλευρικό
•
- δοχείο κουζίνας που τοποθετείται αλεύρι (όπως π.χ. λαδικό) Βικιλεξικό
- το αλευροκόσκινο (σε κάποιες περιπτώσεις χρήσης) Βικιλεξικό
- ιδιαίτερο κελί μοναστηριού που χρησιμοποιείται ως αλευραποθήκη Βικιλεξικό
- ιδιωματικόη παρακαταθήκη αλεύρων ενός σπιτιού Βικιλεξικό
- ποτόζεστό ρόφημα με γάλα και αλεύρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλευρικό < αλεύρι • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλευρικό | αλευρικά |
| Γενική | αλευρικού | αλευρικών |
| Αιτιατική | αλευρικό | αλευρικά |
| Κλητική | αλευρικό | αλευρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →