Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλευροβιομήχανος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο ιδιοκτήτης αλευροβιομηχανίας Βικιλεξικό
  2. επάγγελμαο βιομήχανος παραγωγής αλεύρων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλευροβιομήχανος < αλευροβιομηχαν(ία) + ος. Αναλύεται σε αλευρο- + βιομήχανος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλευροβιομήχανοςαλευροβιομήχανοι
Γενικήαλευροβιομήχανου / αλευροβιομηχάνουαλευροβιομήχανων / αλευροβιομηχάνων
Αιτιατικήαλευροβιομήχανοαλευροβιομήχανους / αλευροβιομηχάνους
Κλητικήαλευροβιομήχανεαλευροβιομήχανοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →