αλευροβιομήχανος
•
- ο ιδιοκτήτης αλευροβιομηχανίας Βικιλεξικό
- επάγγελμαο βιομήχανος παραγωγής αλεύρων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλευροβιομήχανος < αλευροβιομηχαν(ία) + ος. Αναλύεται σε αλευρο- + βιομήχανος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλευροβιομήχανος | αλευροβιομήχανοι |
| Γενική | αλευροβιομήχανου / αλευροβιομηχάνου | αλευροβιομήχανων / αλευροβιομηχάνων |
| Αιτιατική | αλευροβιομήχανο | αλευροβιομήχανους / αλευροβιομηχάνους |
| Κλητική | αλευροβιομήχανε | αλευροβιομήχανοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →