αλευροκοσκινίζω
•
- κοσκινίζω αλεύρι Βικιλεξικό
- μεταχειρίζομαι αλευροκόσκινο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλευροκοσκινίζω < αλεύρι + κοσκινίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αλευροκοσκινίζω | αλευροκοσκινίζεις | αλευροκοσκινίζει | αλευροκοσκινίζουμε | αλευροκοσκινίζετε | αλευροκοσκινίζουν / αλευροκοσκινίζουνε |
| Παρατατικός | αλευροκοσκίνιζα | αλευροκοσκίνιζες | αλευροκοσκίνιζε | αλευροκοσκινίζαμε | αλευροκοσκινίζατε | αλευροκοσκίνιζαν / αλευροκοσκινίζαν / αλευροκοσκινίζανε |
| Αόριστος | αλευροκοσκίνισα | αλευροκοσκίνισες | αλευροκοσκίνισε | αλευροκοσκινίσαμε | αλευροκοσκινίσατε | αλευροκοσκίνισαν / αλευροκοσκινίσαν / αλευροκοσκινίσανε |
| Μέλλοντας | θα αλευροκοσκινίζω / θα αλευροκοσκινίσω | θα αλευροκοσκινίζεις / θα αλευροκοσκινίσεις | θα αλευροκοσκινίζει / θα αλευροκοσκινίσει | θα αλευροκοσκινίζουμε / θα αλευροκοσκινίσουμε | θα αλευροκοσκινίζετε / θα αλευροκοσκινίσετε | θα αλευροκοσκινίζουν / θα αλευροκοσκινίζουνε / θα αλευροκοσκινίσουν / θα αλευροκοσκινίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αλευροκοσκινίσει | έχεις αλευροκοσκινίσει | έχει αλευροκοσκινίσει | έχουμε αλευροκοσκινίσει | έχετε αλευροκοσκινίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αλευροκοσκινίσει | είχες αλευροκοσκινίσει | είχε αλευροκοσκινίσει | είχαμε αλευροκοσκινίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αλευροκοσκινίσει / να αλευροκοσκινίζω / να αλευροκοσκινίσω | να έχεις αλευροκοσκινίσει / να αλευροκοσκινίζεις / να αλευροκοσκινίσεις | να έχει αλευροκοσκινίσει / να αλευροκοσκινίζει / να αλευροκοσκινίσει | να έχουμε αλευροκοσκινίσει / να αλευροκοσκινίζουμε / να αλευροκοσκινίσουμε | να έχετε αλευροκοσκινίσει / να αλευροκοσκινίζετε / να αλευροκοσκινίσετε | να αλευροκοσκινίζουν / να αλευροκοσκινίζουνε / να αλευροκοσκινίσουν / να αλευροκοσκινίσουνε |
| Προστακτική | — | αλευροκοσκίνιζε / αλευροκοσκίνισε | — | — | αλευροκοσκινίζετε / αλευροκοσκινίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →