αλευροκόσκινο
•
- ειδικό εργαλείο κουζίνας για κοσκίνισμα αλεύρων. παλαιότερα αποτελούταν από πλατιά ξύλινη στεφάνη. το ένα χείλος της οποίας καλυπτόταν με τούλι, ενώ το σύγχρονο αλευροκόσκινο είναι ανοξείδωτο άλλο σε σχήμα ποτηριού, στο χερούλι του οποίου φέρεται σκανδάλη που με κάθε πάτημά της περιστρέφεται πάνω από τον ψιλοδιάτρητο πάτο του τριπλή λεπίδα. και άλλο σε σχήμα κυλινδρικής ανοξείδωτης θήκης από το πώμα της οποίας περιστρέφεται παρόμοιος μηχανισμός, αποφεύγοντας έτσι κάθε παλαιότερη λάτρα. Βικιλεξικό
- παλινδρομική μηχανή με δυνατότητα κοσκινίσματος αλεύρων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλευροκόσκινο < αλεύρι + κόσκινο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλευροκόσκινο | αλευροκόσκινα |
| Γενική | αλευροκόσκινου | αλευροκόσκινων |
| Αιτιατική | αλευροκόσκινο | αλευροκόσκινα |
| Κλητική | αλευροκόσκινο | αλευροκόσκινα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →