Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλευροπασπαλίζω

ρήμα
•
  1. σκορπάω με το χέρι μου αλεύρι πάνω σε κάποια επιφάνεια π.χ. σε σκάφη, λεκάνη, ταψί κ.λπ. Βικιλεξικό
  2. αλευρώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλευροπασπαλίζω < αλεύρι + πασπαλίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαλευροπασπαλίζωαλευροπασπαλίζειςαλευροπασπαλίζειαλευροπασπαλίζουμεαλευροπασπαλίζετεαλευροπασπαλίζουν / αλευροπασπαλίζουνε
Παρατατικόςαλευροπασπάλιζααλευροπασπάλιζεςαλευροπασπάλιζεαλευροπασπαλίζαμεαλευροπασπαλίζατεαλευροπασπάλιζαν / αλευροπασπαλίζαν / αλευροπασπαλίζανε
Αόριστοςαλευροπασπάλισααλευροπασπάλισεςαλευροπασπάλισεαλευροπασπαλίσαμεαλευροπασπαλίσατεαλευροπασπάλισαν / αλευροπασπαλίσαν / αλευροπασπαλίσανε
Μέλλονταςθα αλευροπασπαλίζω / θα αλευροπασπαλίσωθα αλευροπασπαλίζεις / θα αλευροπασπαλίσειςθα αλευροπασπαλίζει / θα αλευροπασπαλίσειθα αλευροπασπαλίζουμε / θα αλευροπασπαλίσουμεθα αλευροπασπαλίζετε / θα αλευροπασπαλίσετεθα αλευροπασπαλίζουν / θα αλευροπασπαλίζουνε / θα αλευροπασπαλίσουν / θα αλευροπασπαλίσουνε
Παρακείμενοςέχω αλευροπασπαλίσειέχεις αλευροπασπαλίσειέχει αλευροπασπαλίσειέχουμε αλευροπασπαλίσειέχετε αλευροπασπαλίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αλευροπασπαλίσειείχες αλευροπασπαλίσειείχε αλευροπασπαλίσειείχαμε αλευροπασπαλίσει——
Υποτακτικήνα έχω αλευροπασπαλίσει / να αλευροπασπαλίζω / να αλευροπασπαλίσωνα έχεις αλευροπασπαλίσει / να αλευροπασπαλίζεις / να αλευροπασπαλίσειςνα έχει αλευροπασπαλίσει / να αλευροπασπαλίζει / να αλευροπασπαλίσεινα έχουμε αλευροπασπαλίσει / να αλευροπασπαλίζουμε / να αλευροπασπαλίσουμενα έχετε αλευροπασπαλίσει / να αλευροπασπαλίζετε / να αλευροπασπαλίσετενα αλευροπασπαλίζουν / να αλευροπασπαλίζουνε / να αλευροπασπαλίσουν / να αλευροπασπαλίσουνε
Προστακτική—αλευροπασπάλιζε / αλευροπασπάλισε——αλευροπασπαλίζετε / αλευροπασπαλίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →